Πόσο υπάρχει σήμερα ο Παπάζογλου στις Σέρρες;

Γράφει ο Γιώργος Σταυρακίδης


Σαν σήμερα, 17 Απριλίου, έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Παπάζογλου. Και κάθε χρόνο τέτοια μέρα, δεν είναι απλώς μια υπενθύμιση απώλειας, αλλά ένα τεστ μνήμης. Ένα τεστ που, τουλάχιστον για τις Σέρρες, μοιάζει να αποτυγχάνεται συστηματικά.

Ο Παπάζογλου δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδοποιός. Ήταν μια φωνή που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Εκείνο το «τσάκισμα» στη φωνή του δεν ήταν τεχνική, αλλά ήταν βίωμα. Ήταν η προσφυγική ρίζα, η Θεσσαλονίκη των παιδικών του χρόνων, η Κορμίστα που κουβαλούσε μέσα του, οι άνθρωποι, οι παρέες, οι μουσικές που τον διαμόρφωσαν. Ήταν όλα αυτά που δεν διδάσκονται, αλλά χαράζονται.


Γεννημένος το 1948 στη Θεσσαλονίκη, παιδί προσφύγων από τη Νικομήδεια και την Προποντίδα, μεγάλωσε με ιστορίες ξεριζωμού και επιμονής. Η οικογένειά του πέρασε από τη Μυτιλήνη, στρατόπεδα προσφύγων, για να καταλήξει τελικά στην Κορμίστα Σερρών, όπου είχε τις ρίζες του ο πατέρας του. Εκεί, σε αυτό το μικρό κομμάτι γης, υπάρχει ένα κομμάτι της ταυτότητάς του που δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά.

Κι όμως. Πόσο υπάρχει σήμερα ο Παπάζογλου στις Σέρρες;

Όχι ως ανάμνηση σε μια κουβέντα, όχι ως τραγούδι σε ένα ραδιόφωνο, όχι ως συγκίνηση σε μια παρέα που τον πρόλαβε. Αυτά υπάρχουν και ευτυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο κόσμος τον αγάπησε. Τον ακολούθησε. Τον έζησε.

Τον ζήσαμε

Τον κυνηγήσαμε, σχεδόν, από πόλη σε πόλη. Με μια μηχανή και ένα Fiatάκι, να προσπαθούμε να προλάβουμε κάθε συναυλία, κάθε ευκαιρία να τον ακούσουμε ζωντανά. Γιατί με τον Παπάζογλου δεν πήγαινες απλώς να ακούσεις τραγούδια, πήγαινες να νιώσεις κάτι που δεν περιγράφεται εύκολα. Και το ξέραμε όλοι αυτό εκείνη την εποχή.


Θυμάμαι ακόμη τη μεγάλη συναυλία στο γήπεδο του Πανσερραϊκού. Η Γλυκερία στη σκηνή, ο κόσμος ήδη σε έκσταση, κι εκεί που δεν το περιμένει κανείς, εμφανίζεται ο Νικόλας. Έκπληξη. Μπαίνει, λέει δυο-τρία τραγούδια, και το γήπεδο σηκώνεται στο πόδι. Δεν ήταν απλώς μια συμμετοχή, ήταν μια στιγμή που ένιωθες πως ανήκεις κάπου. Πως αυτή η μουσική είναι δική σου, δική μας.

Και μετά, εκείνη η τελευταία φορά.

Ξεκινήσαμε να πάμε να τον ακούσουμε στο Φεστιβάλ Φιλίππων. Δρόμος, προσμονή, εκείνη η γνωστή ανυπομονησία πριν τη συναυλία. Και κάπου στη διαδρομή, ο ουρανός μαύρισε. Μάθαμε πως δεν θα γίνει. Δεν πήγαμε. Δεν έγινε. Και κάπως έτσι έμεινε ανολοκλήρωτο. Σαν μια υπόσχεση που δεν πρόλαβε να τηρήσει ο χρόνος.

Αυτές είναι οι μνήμες που κουβαλάει ο κόσμος. Αυτές κρατούν τον Παπάζογλου ζωντανό. Αλλά η μνήμη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι και πράξη.

Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Γιατί δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν υπάρχει ένα ουσιαστικό σημείο αναφοράς. Ένα μουσείο. Ένας χώρος. Ένα φεστιβάλ με συνέπεια. Ένα τοπόσημο που να λέει σε έναν επισκέπτη: «εδώ ανήκει ένα κομμάτι του Παπάζογλου». Όχι κάτι πρόχειρο, όχι κάτι επετειακό, αλλά κάτι που να αντέχει στον χρόνο, όπως άντεξε και η μουσική του.

Και είναι σχεδόν ειρωνικό. Γιατί μιλάμε για έναν άνθρωπο που στήριξε άλλους. Που άνοιξε δρόμους. Που μέσα από το «Αγροτικόν» βοήθησε να ακουστούν φωνές όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, οι Τρύπες. Που έβαλε πλάτη για μια ολόκληρη «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Που δεν κράτησε τη μουσική για τον εαυτό του, αλλά τη μοίρασε.

Και τι κάναμε εμείς με αυτό; Τον κρατήσαμε στη σφαίρα του «θυμόμαστε».

Αλλά το «θυμόμαστε» δεν αρκεί.

Γιατί κάποια στιγμή, η μνήμη χωρίς πράξη γίνεται αδράνεια. Και η αδράνεια, λήθη.

Δεν είναι θέμα τιμής μόνο. Είναι θέμα πολιτισμού. Είναι θέμα ταυτότητας. Είναι θέμα να ξέρεις ποιοι άνθρωποι σε διαμόρφωσαν ως τόπο και να το δείχνεις.



Ο Παπάζογλου δεν ήταν απλώς «ένας από εδώ». Ήταν ένας από τους λίγους που πήραν το «εδώ» και το έκαναν παντού. Κι ίσως αυτό πονάει περισσότερο. Γιατί εκείνος δεν ξέχασε ποτέ τη σχέση του με την περιοχή. Επέστρεφε, εμφανιζόταν, συνδεόταν. Δεν έκοψε τον ομφάλιο λώρο. Τον κράτησε ζωντανό.

Εμείς;

Τον αφήσαμε να γίνει απλώς μια ημερομηνία.

17 Απριλίου.

Κάθε χρόνο τα ίδια λόγια, οι ίδιες αναρτήσεις, οι ίδιες μουσικές. Και μετά σιωπή. Μέχρι την επόμενη χρονιά.

Ίσως ήρθε η στιγμή να αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε με τους ανθρώπους που μας ξεπερνούν. Αν θα τους κρατάμε σε μια νοσταλγία χωρίς συνέχεια ή αν θα τους δίνουμε τον χώρο που τους αξίζει στο παρόν.

Γιατί ο Νικόλας δεν ήταν ποτέ παρελθόν.

Ήταν και παραμένει κάτι που ζητάει να υπάρχει. Και θα υπάρχει!

Γράψε το δικό σου σχόλιο

Νεότερη Παλαιότερη