Άλλαξε για πάντα η φυσιογνωμία της Πλατείας Κρονίου
![]() |
| Γράφει ο Γιώργος Σταυρακίδης |
Στις 7 το πρωί ενός Σαββάτου, μέσα σε τριήμερο, στην καρδιά των Σερρών, κόπηκαν δύο δέντρα. Όχι οποιαδήποτε δέντρα. Δύο κουκουναριές που για δεκαετίες στέκονταν στην πλατεία Κρονίου σαν κομμάτι της συλλογικής μνήμης της πόλης. Δύο δέντρα που είχαν γίνει σημείο αναφοράς, σκιά, εικόνα, ανάσα. Και όμως, μέσα σε λίγα λεπτά, έγιναν κορμοί πεσμένοι στο έδαφος και πριονίδι.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό ερώτημα: Ποιος αποφασίζει τελικά τι αξίζει να μείνει όρθιο σε αυτή την πόλη;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια «ανάπλαση». Δεν μιλάμε για μια τεχνική παρέμβαση ή για ένα έργο ιδιωτικής αξιοποίησης. Μιλάμε για μια ακόμη βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη και στο χρήμα. Ανάμεσα στην ιστορία ενός τόπου και στη λογική του «δικό μου είναι, κάνω ό,τι θέλω».
Η εικόνα ήταν συμβολική σχεδόν με σαδιστική ακρίβεια, όπου δύο υγιή δέντρα, δεμένα με την ιστορία του Κρονίου και του κέντρου των Σερρών, να κόβονται νωρίς το πρωί, λες και κάποιος ήθελε να τελειώνει γρήγορα πριν ξυπνήσει η πόλη. Και η πόλη ξύπνησε. Ξύπνησε όμως αργά. Όταν όλα είχαν ήδη τελειώσει.
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο η πράξη. Είναι η αίσθηση ατιμωρησίας που τη συνοδεύει. Αυτή η συχνή νοοτροπία του νεοπλουτισμού που αντιμετωπίζει κάθε τι ιστορικό, φυσικό ή συλλογικό σαν εμπόδιο στο “concept” μιας επένδυσης. Σαν κάτι παλιό που πρέπει να εξαφανιστεί για να χωρέσει το νέο «ντεκόρ». Ένα ντεκόρ γυαλισμένο, αποστειρωμένο και χωρίς ψυχή.
Κάπως έτσι χάνουν οι πόλεις την ταυτότητά τους. Όχι απαραίτητα από έναν πόλεμο. Όχι απαραίτητα από μια φυσική καταστροφή. Αλλά από μικρές, συνεχείς πράξεις αδιαφορίας που βαφτίζονται «ανάπτυξη».
Και οι Σέρρες το ζουν αυτό εδώ και χρόνια.
Κάθε φορά που ένα ιστορικό σημείο εγκαταλείπεται. Κάθε φορά που ένα παλιό κτίριο ρημάζει. Κάθε φορά που το τσιμέντο θεωρείται πιο σημαντικό από το πράσινο. Κάθε φορά που η αισθητική υποχωρεί μπροστά στην επίδειξη δύναμης και χρήματος. Κάθε φορά που η πόλη χάνει κάτι δικό της και συνηθίζει να μην αντιδρά.
Γιατί ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο, είναι η συνήθεια.
Να βλέπουμε μια αυθαιρεσία και να λέμε «έτσι είναι αυτά». Να κόβονται δέντρα σε έναν ιστορικό χώρο και να αναρωτιόμαστε απλώς αν “υπήρχε άδεια”. Σαν να είναι αρκετό αυτό. Σαν η νομιμότητα να εξαντλείται σε μια υπογραφή και όχι σε μια στοιχειώδη ηθική ευθύνη απέναντι στην πόλη.
Αν ισχύουν όσα καταγγέλλονται δημόσια, ότι δηλαδή δεν υπήρξε η απαιτούμενη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής για έναν χώρο που συνδέεται με διατηρητέο κτίριο, τότε το θέμα αποκτά τεράστιες διαστάσεις. Και τότε οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τον ιδιώτη ή τον επενδυτή. Βαραίνουν υπηρεσίες, φορείς, ελεγκτικούς μηχανισμούς, δημοτικές αρχές και όλους όσοι είτε γνώριζαν είτε όφειλαν να γνωρίζουν.
Και εδώ οι απαντήσεις πρέπει να είναι δημόσιες. Καθαρές. Χωρίς υπεκφυγές.
Υπήρχαν όλες οι απαιτούμενες εγκρίσεις;
Ενημερώθηκε το γηροκομείο ως ιδιοκτήτης;
Έγιναν έλεγχοι;
Θα υπάρξει παρέμβαση των αρμόδιων αρχών ή το θέμα θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες όπως τόσα άλλα;
Γιατί αν δεν υπάρξουν απαντήσεις, τότε το μήνυμα που στέλνεται είναι απλό και επικίνδυνο, οτι δηλαδή όποιος έχει χρήμα, βιάζεται αρκετά και δρα πριν αντιδράσει η κοινωνία, μπορεί τελικά να κάνει τα πάντα.
Και κάπου εκεί, τα δύο κομμένα δέντρα παύουν να είναι απλώς δύο δέντρα.
Γίνονται σύμβολο μιας πόλης που κινδυνεύει να χάσει οριστικά τον χαρακτήρα της. Μιας πόλης που μοιάζει ολοένα και πιο πρόθυμη να ξεριζώσει τη μνήμη της για λίγα τετραγωνικά «ανάπτυξης», που αντί να προστατεύει τα τοπόσημά της, τα παραδίδει αδιαμαρτύρητα.
Οι κουκουναριές της πλατείας Κρονίου δεν ήταν «εμπόδιο». Εμπόδιο είναι η αντίληψη που θεωρεί το παρελθόν άχρηστο αν δεν παράγει κέρδος.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε δέντρο.

Δημοσίευση σχολίου