Το παλιότερο και πολυτιμότερο κτίριο των Σερρών, σύμφωνα με την επίσημη σελίδα του Δήμου Σερρών, είναι ο αναστηλωμένος ναός των Αγίων Θεοδώρων (Παλιά Μητρόπολη), μεγάλη ορθογώνια ελληνιστική βασιλική, τρίκλιτη. Η αρχική κατασκευή της ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς και κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές.

Η αρχική κατασκευή του μνημείου, που είναι το αρχαιότερο και πολυτιμότερο των Σερρών, όπως είπαμε και παραπάνω, ανάγεται σε χρόνους παλαιοχριστιανικούς, δηλ. κατά τον 5ο η 6ο αι. μ.Χ. Κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες προσθήκες και επισκευές. Είναι πολύ πιθανό να χτίστηκε πάνω σε ειδωλολατρικό ναό. Μερικοί ισχυρίζονται ότι θεμελιώθηκε τον 11ο αιώνα και άλλοι τον τοποθετούν στις αρχές του 13ου αιώνα. Γεγονός είναι ότι πρώτη έμμεση αλλά σαφή μνεία του Ι. Ναού γίνεται σε μολυβδόβουλα του 11ου και 12ου αιώνα. Έκφραση της λαμπρότητας, της ομορφιάς και του μεγαλείου του ναού ήταν ο εσωτερικός του διάκοσμος με τις πολύχρωμες έξι κολόνες του και την ολόχρυση ψηφιδωτή του εικονογραφία. Χαρακτηριστικό δείγμα των ψηφιδωτών του ήταν η παράσταση της θείας μετάληψης των Αποστόλων (12ου αιώνα) πού κοσμούσε μέχρι το 1913 την κόγχη του ιερού.

Περισσότερα για τον Ναό των Αγίων Θεοδώρων

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων, γνωστός και ως ''Παλαιά Μητρόπολη'', είναι το σημαντικότερο σωζόμενο βυζαντινό μνημείο της πόλης των Σερρών, που λειτούργησε ως μητροπολιτικός ναός από τα βυζαντινά μέχρι τα νεότερα χρόνια. Η πρώτη έμμεση πληροφορία για το μνημείο προέρχεται από μολυβδόβουλλο του 12ου αιώνα. Κατά το 14ο αιώνα το περιέγραψε ο ρήτορας Θεόδωρος Πεδιάσιμος, ενώ από το 17ο αιώνα και μετά αναφέρεται αρκετά συχνά σε επιγραφές σκευών, εικόνων και αφιερωμάτων. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, ο ναός θεωρείται παλαιοχριστιανικός και η οικοδόμησή του τοποθετείται χρονολογικά στον 5ο-6ο αιώνα. Υπέστη επανειλημμένες επισκευές και μετασκευές κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο (10ος-11ος αιώνας) και στους επόμενους αιώνες, όπως υποδεικνύουν οι οικοδομικές φάσεις που διακρίνονται στο μνημείο και οι σχετικές γραπτές μαρτυρίες. Από τις κυριότερες επεμβάσεις είναι η αντικατάσταση του μαρμάρινου τέμπλου και η κατασκευή νάρθηκα το 1602/3, καθώς και η ανακατασκευή του νοτίου τοίχου, που έγινε το 1725, σύμφωνα με την πλίνθινη επιγραφή που υπάρχει εκεί. Ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1849 και, για τελευταία φορά το 1913 από τους Βούλγαρους, που πυρπόλησαν την πόλη κατά την υποχώρησή τους. Παρέμεινε σε ερειπιώδη κατάσταση μέχρι την αναστήλωσή του κατά τα έτη 1928-1935.


Το κτήριο ανήκει στον τύπο της βασιλικής. Στα ανατολικά εξέχει η ημικυκλική αψίδα του ιερού βήματος, ενώ ο κυρίως ναός διαιρείται με δύο κιονοστοιχίες σε τρία κλίτη. Στους αρχικούς κίονες, από πράσινο μάρμαρο (ατράκιος λίθος), ανήκουν μόνο οι ακραίοι σε κάθε κιονοστοιχία. Το μεσαίο κλίτος, σχεδόν διπλάσιο από τα πλάγια, καταλήγει στην αψίδα του ιερού, η οποία διατρυπάται από τρίλοβο παράθυρο, ενώ οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού ανοίγονται στο πάχος του ανατολικού τοίχου. Στο εσωτερικό της κεντρικής κόγχης σώζονται λείψανα από το σύνθρονο. Πάνω από τα πλάγια κλίτη και το νάρθηκα διαμορφώνονταν υπερώα, ενώ το μεσαίο κλίτος έφερε υπερυψωμένο φωταγωγό και δικλινή ξύλινη στέγη. Στις εργασίες του 1928-1935 τοποθετήθηκε οροφή από μπετόν σε μίμηση της ξυλόστεγης. Ο νάρθηκας επικοινωνούσε με τον κυρίως ναό με τρεις εισόδους, από τις οποίες μόνο η μεσαία διατηρεί το αρχικό περιθύρωμα. Το ιερό βήμα καλύπτεται με κτιστούς θόλους που ανήκουν σε μεταγενέστερη φάση: καμάρα στο μέσον και χαμηλοί τρούλοι στα παραβήματα. Ο ναός έφερε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο, από τον οποίο τίποτε δεν σώζεται στην αρχική του θέση. Από τα σωζόμενα μέλη αποκαθίσταται το αρχικό μαρμάρινο τέμπλο, τοξωτά προσκυνητάρια, ο άμβωνας και τα πτερύγια του επισκοπικού θρόνου. Την κόγχη του ιερού βήματος κοσμούσε μεγάλη ψηφιδωτή σύνθεση, που αρχικά είχε μήκος 10,10 μ. και απεικόνιζε την παράσταση της Θείας Κοινωνίας των Αποστόλων. Στην πυρκαγιά του 1849 το ψηφιδωτό υπέστη σοβαρή καταστροφή. Ανάμεσα στα έτη 1891 και 1902 σωζόταν τμήμα μήκους 7,30 μ., αλλά μετά την πυρπόληση του 1913 ελάχιστα τμήματα διατηρήθηκαν στη θέση τους, τα οποία με τον καιρό καταστράφηκαν. Σήμερα σώζεται μόνο η μορφή του Αποστόλου Ανδρέα, που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σερρών. Η χαμένη σύνθεση μάς είναι γνωστή από τις περιγραφές των μελετητών των αρχών του 20ού αιώνα. Χρονολογείται στον 11ο αιώνα και κατατάσσεται στα αριστουργήματα της μεσοβυζαντινής εποχής, από τα ελάχιστα σωζόμενα στο βορειοελλαδικό χώρο.

Το μνημείο παρέμεινε κλειστό και μη επισκέψιμο μέχρι το 1991-1993, οπότε εκτελέσθηκαν εργασίες από την Ιερά Μητρόπολη σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και ο ναός αποδόθηκε και πάλι στη λατρεία ως προσκυνηματικός.

Οι ανακαινίσεις

Επίσης πολύ αξιόλογα ήταν ο περικαλλής άμβωνας στο κέντρο του ναοί, η αγία Τράπεζα με το ωραίο κουβούκλιο και το εντός του ναού παρεκκλήσιο, όπου φυλασσόταν η εικόνα των αγίων Θεοδώρων, στολισμένη στο λαμπερό ασήμι. Σύμφωνα με τον κώδικα της Μητρόπολης Σερρών, ο όποιος εκλάπη από τους Βουλγάρους το 1917, ο ναός υπέστη πολλές επισκευές και ανακαινίσεις, οι οποίες άλλαξαν σε πολλά σημεία την αρχική μορφή του. 

Η πρώτη ανακαίνιση έγινε από το Μητροπολίτη Φίλιππο το 1430. Ακολούθησαν οι επισκευές επί Μητροπολίτου Ανθίμου, το 1700, ο οποίος διέθεσε μέρος των χρημάτων του για την ολοκλήρωσή τους. Σύμφωνα με πλίνθινη επιγραφή στο νότιο τείχος του ναού, επισκευές έγιναν και το 1725. Μεγάλη καταστροφή υπέστη από την πυρκαγιά του 1849, κατά την οποία κάηκε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης των Σερρών. Το τελικό όμως χτύπημα το δέχτηκε τον Ιούνιο του 1913, όταν βομβαρδίστηκε και πυρπολήθηκε από τους Βουλγάρους, με αποτέλεσμα η καταστροφή να είναι ολοκληρωτική. 

Για πολλά χρόνια το μνημείο αυτό των Σερρών ήταν ένα ερείπιο. Από το 1938 και εξής, χάρη στη φροντίδα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, έγιναν οι απαραίτητες αναστηλωτικές εργασίες εξωτερικά και ο ναός πήρε την παλιά του όψη. Έμεινε όμως εκτεθειμένος στη φθορά του χρόνου και για πολλά χρόνια κλειστός. Κινδύνευε μάλιστα να καταρρεύσει, εξαιτίας κυρίως της μεγάλης υγρασίας του υπεδάφους. Το 1988 με ενέργειες του μακαριστού Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης κ. Μαξίμου, εγκρίθηκε η "τέλεση Ακολουθιών και Λειτουργιών στην Παλαιά Μητρόπολη των Αγίων Θεοδώρων Σερρών, επειδή ο ναός είναι στενά συνδεδεμένος με τη θρησκευτική ζωή της πόλης των Σερρών". Δόθηκε επίσης το δικαίωμα στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης να ανακηρύξει το ναό σε προσκυνηματικό, γεγονός το όποιο πραγματοποιήθηκε. 

Έτσι, τον Ιούλιο του 1990, άρχισαν οι δύσκολες και πολυδάπανες εργασίες, με απόλυτο μάλιστα σεβασμό προς την παράδοση και το βυζαντινό ύφος του ναού, ώστε να αποδοθεί εκ νέου στη θεία Λατρεία. Η ιστορία του ναού, με τις αλλεπάλληλες καταστροφές και ανακαινίσεις, είναι στενά συνυφασμένη με τη ζωή των κατοίκων της πόλης των Σερρών, καθρεφτίζοντας τη μαρτυρική και ένδοξη πορεία τους στο διάβα των αιώνων. 

Οι Σερραίοι θεωρούσαν πάντα τον ξακουστό ναό τους ιερό κρίκο με το ένδοξο παρελθόν, βλέπουν σ’ αυτόν τις ρίζες μιας ευλαβικής, ορθόδοξης παράδοσης και τιμούν τους θαυματουργούς αγίους Θεοδώρους ως προστάτες και σωτήρες σε δύσκολους καιρούς της θεοφρούρητης πολιτείας τους. Τον Οκτώβριο του 1993 μια νέα σελίδα άνοιξε για τα εκκλησιαστικά δρώμενα του τόπου μας, αφού με τα εγκαίνιά του αποδόθηκε ως προσκυνηματικός πλέον ο Ναός στις λατρευτικές ανάγκες των πιστών.  

Ο Ιερός Ναός των Αγίων Θεοδώρων αναδεικνύεται και με τις τελευταίες πρωτοβουλίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγου, όπως η φιλοτέχνηση και τοποθέτηση στην κόγχη του Ιερού Βήματος ενός περίτεχνου ψηφιδωτού αριστουργήματος που απεικονίζει την θεία μετάληψη και η επιστροφή στον Ναό της παλαιάς ανάγλυφης εικόνας του 12ου αιώνος υπό την επωνυμία "Παναγία η Πονολύτρια", μια δυναμική εκκλησιαστική έπαλξη και ένα ζωντανό εργαστήρι πνευματικής καλλιέργειας και ορθόδοξης μαρτυρίας του πιστού λαού.


Πηγες: Δήμος Σερρών / Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών / Σταυρούλα Δαδάκη, αρχαιολόγος / Ιερά Μητρόπολη Σερρών & Νιγρίτας



Γράψε το δικό σου σχόλιο

Νεότερη Παλαιότερη