Άλλοι γυρίζουν στις πόλεις όπου εργάζονται και ζουν, ενώ άλλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω το πατρικό, την αυλή και τις αναμνήσεις ενός ακόμη καλοκαιριού.
Ο Δεκαπενταύγουστος πέρασε και μαζί του αρχίζει σιγά-σιγά να αλλάζει η εικόνα στα χωριά των Σερρών. Οι αυλές που γέμισαν φωνές, τα καφενεία που απέκτησαν ξανά ζωή, οι δρόμοι που είχαν κίνηση και τα σπίτια που άνοιξαν ύστερα από μήνες σιωπής, αρχίζουν και πάλι να κλείνουν.
Για πολλούς, το καλοκαίρι στο χωριό τελειώνει λίγο μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Οι οικογένειες που επέστρεψαν για τις διακοπές τους, ετοιμάζουν τις βαλίτσες και παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής. Άλλοι γυρίζουν στις πόλεις όπου εργάζονται και ζουν, ενώ άλλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω το πατρικό, την αυλή και τις αναμνήσεις ενός ακόμη καλοκαιριού.
Τα κλειδιά γυρίζουν στις πόρτες και τα σπίτια ξαναμένουν κλειστά. Σε αρκετά χωριά, η εικόνα αυτή επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Το καλοκαίρι φέρνει προσωρινά πίσω ανθρώπους που έχουν φύγει εδώ και χρόνια, όμως το φθινόπωρο και ο χειμώνας αποκαλύπτουν ξανά το πραγματικό πρόβλημα, την έλλειψη μόνιμων κατοίκων.
Οι πλατείες αδειάζουν, τα τραπέζια στα καφενεία λιγοστεύουν, οι δρόμοι ησυχάζουν και πολλά σπίτια μένουν σκοτεινά μέχρι την επόμενη άνοιξη ή, για κάποιους, μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.
Η εικόνα δεν είναι ίδια σε όλα τα χωριά των Σερρών. Υπάρχουν περιοχές που διατηρούν έναν σταθερό πληθυσμό και συνεχίζουν να έχουν ζωή και τους χειμερινούς μήνες. Υπάρχουν όμως και χωριά όπου οι μόνιμοι κάτοικοι είναι πλέον ελάχιστοι, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, με τις νεότερες γενιές να έχουν μετακινηθεί προς τις πόλεις ή το εξωτερικό.
Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο σε χωριά που κάποτε είχαν σχολεία, καταστήματα, γεμάτες πλατείες και μια καθημερινότητα που σήμερα μοιάζει μακρινή.
Κι όμως, για λίγες εβδομάδες το καλοκαίρι, πολλά από αυτά ξαναζωντανεύουν. Τα παιδιά επιστρέφουν στους παππούδες και τις γιαγιάδες, συγγενείς συναντιούνται ξανά, οι παρέες συγκεντρώνονται στις πλατείες και τα σπίτια ανοίγουν τις πόρτες τους.
Είναι μια μικρή «επιστροφή» που όμως δεν διαρκεί. Κάθε φορά που ένα σπίτι κλειδώνει μετά τον Δεκαπενταύγουστο, αφήνοντας πίσω του έναν ακόμη χειμώνα σιωπής, το ερώτημα παραμένει: «Του χρόνου, πόσα από αυτά τα σπίτια θα ξανανοίξουν; Και πόσα θα μείνουν για πάντα κλειστά;»
Μετά το τέλος των διακοπών, όλα επιστρέφουν στην προηγούμενη κατάσταση. Οι βαλίτσες φεύγουν, τα αυτοκίνητα λιγοστεύουν και τα χωριά μπαίνουν ξανά στον χειμερινό τους ρυθμό.
Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι...

Δημοσίευση σχολίου