Όλα όπως πριν. Ή μήπως χειρότερα;

Γράφει ο Γιώργος Σταυρακίδης


Τελείωσαν και φέτος οι μέρες του Πάσχα. Τα τραπέζια μαζεύτηκαν, τα ποτήρια άδειασαν, οι αγκαλιές δόθηκαν, άλλες αληθινές, άλλες από συνήθεια. Για λίγο, πήραμε μια ανάσα. Για λίγο, προσποιηθήκαμε ότι όλα μπορούν να σταματήσουν, η ένταση, η αγωνία, η φθορά.

Και τώρα;

Τώρα επιστρέφουμε στην κανονικότητα. Εκείνη τη βαριά, άχαρη, σχεδόν ασήκωτη καθημερινότητα που μας περιμένει στη γωνία, χωρίς καμία διάθεση να κάνει πίσω.

Ανοίγεις την τηλεόραση ή το κινητό και κάπου στον κόσμο άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται. Πόλεμοι που δεν τελειώνουν, εικόνες που δεν αντέχονται αλλά τις έχουμε συνηθίσει. Λίγο πιο κοντά, στην ίδια μας τη χώρα, η βία δεν είναι πια είδηση, είναι ρουτίνα.

Ανήλικοι που πλακώνονται στο ξύλο για μια ματιά, για ένα story, για μια ομάδα, για το τίποτα. Στην καλύτερη περίπτωση, καταλήγουν σε ένα νοσοκομείο ή σε ένα αστυνομικό τμήμα. Στη χειρότερη, δεν γυρίζουν ποτέ σπίτι. Και τότε μένουν πίσω ονόματα που βαραίνουν πόλεις ολόκληρες. Ο Άγγελος που ακόμα στοιχειώνει τις Σέρρες. Ο Κλεομένης που έγινε μια ακόμα σκοτεινή υπενθύμιση στην Καλαμαριά. Και απλά, μεγαλώνει μία τραγική λίστα. 

Και σαν να μην φτάνει αυτό, γυρνάς σπίτι και σε περιμένει μια άλλη μορφή βίας, πιο ύπουλη, πιο σιωπηλή. Η ακρίβεια. Οι λογαριασμοί που δεν βγαίνουν. Το σούπερ μάρκετ που μοιάζει με πεδίο μάχης. Η οικονομική ανασφάλεια που δεν σε αφήνει να κάνεις ούτε ένα βήμα μπροστά χωρίς να κοιτάς πίσω. Τα επιδόματα που απλά σου χτυπούν την πλάτη και σου ψιθυρίζουν «σώπα».

Όλα τρέχουν. Και τρέχουν γρήγορα. Σαν ράλι χωρίς φρένα.

Και μέσα σε αυτό το τοπίο, μια κυβέρνηση που μοιάζει να έχει επιλέξει τον πιο βολικό ρόλο, αυτόν που σφυρίζει αδιάφορα. Που κοιτάει αλλού. Που σηκώνει το βλέμμα στον ουρανό την ώρα που γύρω της το έδαφος σαπίζει. Σκάνδαλα που ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, ευθύνες που δεν αναλαμβάνονται ποτέ, μια μόνιμη αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει ή ότι αλλάζει μόνο προς το χειρότερο.

Το Πάσχα λειτούργησε, όπως κάθε χρόνο, σαν μια μικρή παύση. Μια ψευδαίσθηση επανεκκίνησης. Μια ανάπαυλα στις κατηφόρες της ζωής.

Αλλά η παύση τελείωσε.

Και η κατηφόρα δεν έγινε απλώς πιο απότομη. Έγινε πιο γρήγορη.

Το ερώτημα όμως δεν είναι αν κατρακυλάμε. Το βλέπουμε, το ζούμε, το νιώθουμε στο πετσί μας.

Το ερώτημα είναι αν, κάπου μέσα σε αυτή την ταχύτητα, υπάρχει ακόμη χώρος για φρένο. Για αντίδραση. Για μια μικρή, έστω, αλλαγή πορείας. Ή αν έχουμε ήδη αποδεχτεί ότι μετά το Πάσχα… απλώς συνεχίζουμε να πέφτουμε.

Γράψε το δικό σου σχόλιο

Νεότερη Παλαιότερη