Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται η έκδοση των δύο πρώτων Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων
Την επόμενη εβδομάδα αναμένεται η έκδοση των δύο πρώτων Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων που ενεργοποιούν την πολιτική της κοινωνικής αντιπαροχής, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία προσιτών κατοικιών για χιλιάδες δικαιούχους.
Η πρώτη απόφαση θα καθορίζει τη διαδικασία και τους όρους υλοποίησης του σχήματος, ενώ η δεύτερη θα αφορά τα πρώτα ακίνητα που παραχωρούνται προς αξιοποίηση από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και τη ΔΥΠΑ. Πρόκειται για κτίρια σε Παιανία, Σέρρες, Λάρισα και Πάτρα, τα οποία βρίσκονται εντός αστικών ιστών και παρέμεναν για χρόνια ανεκμετάλλευτα.
Όπως ανέφερε πρόσφατα η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, μέσω της κοινωνικής αντιπαροχής αξιοποιείται αδρανής δημόσια περιουσία, ενώ παράλληλα ενισχύεται η πολιτική της κοινωνικής κατοικίας, με στόχο την αύξηση της διαθέσιμης στέγης.
Την ευθύνη για τη διενέργεια των σχετικών διαγωνισμών έχει το Υπερταμείο, το οποίο αναλαμβάνει την εκπόνηση οικονομοτεχνικών μελετών, τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης και τη συνολική υποστήριξη της διαδικασίας έως και την υπογραφή των συμβάσεων.
Στην πράξη, το μοντέλο προβλέπει ότι ιδιώτης ανάδοχος θα αναλάβει την ανάπτυξη ή ανακατασκευή ακινήτων σε δημόσια γη. Από τα διαμερίσματα που θα προκύψουν, το 30% θα επιστρέφει στο Δημόσιο για κοινωνική μίσθωση, ενώ το υπόλοιπο θα διατίθεται ελεύθερα στην αγορά. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται άμεσα η προσφορά κατοικιών, αξιοποιώντας υφιστάμενα αλλά αναξιοποίητα ακίνητα.
Οι κατοικίες με χαμηλό ενοίκιο θα απευθύνονται σε νέους, ζευγάρια, μονογονεϊκές οικογένειες, τρίτεκνους και πολύτεκνους, καθώς και σε νοικοκυριά όπου υπάρχει άτομο με αναπηρία. Η επιλογή των δικαιούχων θα γίνεται από τον ΟΠΕΚΑ, με βάση κοινωνικά κριτήρια, όπως το εισόδημα, η περιουσιακή κατάσταση, η οικογενειακή σύνθεση και η ύπαρξη αναπηρίας.
Παράλληλα, εξετάζεται η διεύρυνση των δικαιούχων ώστε να ενταχθούν και πολίτες που, αν και δεν ανήκουν τυπικά στις ευάλωτες ομάδες, επιβαρύνονται υπέρμετρα από το κόστος στέγασης.
Το ύψος του κοινωνικού μισθώματος θα είναι χαμηλότερο από τα επίπεδα της αγοράς και θα καθορίζεται με βάση το εισόδημα του ενοικιαστή, την αξία του ακινήτου ή συνδυασμό των δύο, κατά τα πρότυπα ευρωπαϊκών μοντέλων. Το μίσθωμα δεν θα ορίζεται από τον κατασκευαστή, ωστόσο θα το εισπράττει, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τη συντήρηση των κατοικιών.
Για τον λόγο αυτό, προβλέπεται και η δυνατότητα ανάθεσης της διαχείρισης των κοινωνικών κατοικιών σε ιδιώτη, είτε πρόκειται για τον ίδιο τον κατασκευαστή είτε για άλλον φορέα που θα προκύψει μέσω διαγωνισμού. Στη διαχείριση περιλαμβάνονται υπηρεσίες συντήρησης και επισκευών, ώστε τα ακίνητα να παραμένουν σε καλή κατάσταση και να μπορούν να διατίθενται εκ νέου σε δικαιούχους.
Η διάρκεια της μίσθωσης θα φτάνει τα 10 χρόνια, με δυνατότητα εξαγοράς μέρους των κατοικιών μετά την παρέλευση της δεκαετίας, μέσω μοντέλου «rent to own». Ωστόσο, το ποσοστό που ανήκει στο Δημόσιο –τουλάχιστον το 30%– θα παραμένει σταθερά υπό δημόσια κυριότητα και θα συνεχίσει να εξυπηρετεί ανάγκες κοινωνικής κατοικίας.

Δημοσίευση σχολίου